~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν
ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού - Βιζυηνός Γεώργιος


Διαθέσιμα Έργα
1.Αποχωρισμός
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
2.Μεταμέλεια
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
3.Mεταξύ Πειραιώς και Nεαπόλεως
(από το Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου και άλλα διηγήματα, Eλληνικά Γράμματα
Tα Nέα 2006)
4.O Kόδρος [απόσπασμα]
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
5.O Kριτής του Διαγωνισμού
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
6.O Nέος Tρουβαδόρος εν Αθήναις
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
7.Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
(από το Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου και άλλα διηγήματα, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)
8.Tο αμάρτημα της μητρός μου
(από το Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου και άλλα διηγήματα, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)
9.Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον
(από τα Nεοελληνικά Διηγήματα, Eρμής 1980)
10.Το Μπαλουκλί (Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής)
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
11.Το Όνειρον
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)


_________________
http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=74

Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας - Ο Γεώργιος Βιζυηνός

Βιζυηνός Γεώργιος

Ο Γεώργιος Βιζυηνός
(λιθογραφία, «Ποικίλη Στοά», 1894).
 

 Ο  Βιζυηνός ήταν από τους λίγους συγγραφείς του δέκατου ένατου αιώνα, στο πρόσωπο του οποίου συνδυάζονταν συστηματικές σπουδές, επιστημονικό έργο, ποιητική και έγκυρη αφηγηματική δημιουργία. Ήταν επίσης από τους πλέον ταξιδεμένους συγγραφείς, αφού, με μικρά διαλείμματα, από το 1875 ίσαμε το 1884, εξακολουθώντας να ενισχύεται οικονομικά από τον Γ. Ζαρίφη, έζησε στις κυριότερες πόλεις της Γερμανίας (Γοττίγγη, Λειψία, Βερολίνο) και επίσης στο Παρίσι και στο Λονδίνο.
Αν οι γερμανικές αυτές πόλεις συνδέονται με τις σπουδές στη φιλοσοφία, σε συναφείς επιστήμες της αγωγής και ιδίως στην ψυχολογία, και επίσης με την ποιητική του δημιουργία, το Παρίσι έχει ταυτιστεί αποκλειστικά με τον αφηγηματικό λόγο, αφού, κατά την περίοδο της διαμονής του στη γαλλική πρωτεύουσα εκδηλώθηκε έμπρακτα η πρόθεσή του να ασχοληθεί με το νέο, για κείνον λογοτεχνικό είδος, το διήγημα. Ας σημειωθεί ότι το πρώτο του διήγημα [Το αμάρτημα της μητρός μου] δημοσιεύτηκε σε παρισινό περιοδικό και στη συνέχεια σε αθηναϊκό.
Είναι η περίοδος που ο ποιητής, έως τότε, Βιζυηνός στρέφεται προς τη συγγραφή διηγημάτων, για να αναδειχθεί έτσι ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες πεζογράφους. Παράλληλα, ερευνά ή ολοκληρώνει επιστημονικές μελέτες, που είχε ήδη αρχίσει μερικά χρόνια πριν και πάντως μετά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, τον Φεβρουάριο του 1881.
Έχει, κατ’ επανάληψη και από παλαιά, διατυπωθεί η άποψη ότι ο Βιζυηνός παροτρύνθηκε να ασχοληθεί με το διήγημα από τον Δημ. Βικέλα. Η παρότρυνση, βέβαια, δεν θα ήταν αρκετή, αν ο ίδιος ο Βιζυηνός δεν ήταν έτοιμος να στραφεί προς την πεζογραφία. Με τη στροφή αυτή γίνονται αντικείμενο λογοτεχνικής μετάπλασης οι παιδικές του αναμνήσεις, οι σπουδές του στην ψυχολογία και τις παρεμφερείς επιστήμες, παράγοντες που τον οδηγούν προς την ψυχογραφία, και βέβαια τα διαβάσματά του από την ξένη λογοτεχνία και ιδίως τη γερμανική. Είναι ωστόσο γεγονός ότι η αναστροφή του Βιζυηνού με τον Βικέλα ήρθε στην πιο κατάλληλη στιγμή, με θαυμαστά για κείνον και τη νεοελληνική λογοτεχνία αποτελέσματα.
 Γιάννης Παπακώστας, «Εισαγωγή». Γεώργιος Βιζυηνός, Επιστολές, εισ.-σημ.-σχόλια Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004, 16-18.
 ~~~~~~~~~

Το ποιητικό έργο του Βιζυηνού αποτελείται από τα έργα: Ποιητικά πρωτόλειαΟ ΚόδροςΒοσπορίδες Αύραι (ή Άραις, Μάραις, Κουκουνάραις), Ατθίδες Αύραι […], καθώς και το χειρόγραφο Λυρικά […].
Κατά γενική αναγνώριση ο Βιζυηνός κατέχει τη θέση του στη νεοελληνική λογοτεχνία χάρη στα διηγήματά του και όχι στο ποιητικό έργο του. Την ποίησή του στο ξεκίνημά της τη σκιάζει το φαναριώτικο κλίμα· […]
Ένα σημαντικό μέρος του ποιητικού έργου του Βιζυηνού αποτελούν τα παιδικά ποιήματα όπου κατορθώνει να δείξει την τρυφερότητα που έτρεφε για το παιδί, συνδυασμένη με τη γνώση που είχε για τον ψυχικό του κόσμο. Ας θυμηθούμε πως η διδακτορική διατριβή του είχε ως θέμα το παιδικό παιχνίδι από παιδαγωγική και ψυχολογική άποψη, αλλά κυρίως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κι ο ίδιος ήταν ως την τελευταία στιγμή του ένα παιδί. Ίσως γι’ αυτό και τα παιδικά του ποιήματα θεωρούνται σαν τα πιο ωραία ανάμεσα στα νεοελληνικά ποιήματα για παιδιά, αλλά […] ίσως και σαν τα γοητευτικότερα από όλα του τα ποιήματα.
 Βαγγέλης Αθανασόπουλος, «Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ.Μ. Βιζυηνού». Γ.Μ. Βιζυηνός, Τα διηγήματα, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991 (β΄ ανατ.), 34 & 37 [σειρά: Νεοελληνική Βιβλιοθήκη].
~~~~~~~~~ 

[…] ορισμένες σταθερές του απασχολήσεις (ποιήματα, διηγήματα, η διατριβή του που τυπώνεται στη Λιψία το 1881) μας δείχνουν πως στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του τοποθετείται ο κόσμος του παιδιού. Ανάγκη αποδραματοποίησης και φυγής προς το παρελθόν; Δημιουργία ενός είδους τεχνητού παραδείσου; Επαγγελματικό ενδιαφέρον για την παιδαγωγική; Θα έλεγες πως το παιδί που ζει μέσα του δεν εννοεί να ενηλικιωθεί ή να πεθάνει. […]
 Παν. Μουλλάς, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός». Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1996 (5η έκδ.), οη΄-οθ΄.
 ~~~~~~~~~

«Το αμάρτημα της μητρός μου» είναι το πρώτο διήγημα του Βιζυηνού — και το πρώτο καθαυτό νεοελληνικό διήγημα. Η κεντρική μορφή της μητέρας (της μητέρας του ίδιου του Βιζυηνού), που άθελά της επλάκωσε στον ύπνο της τη μικρή της κόρη και που το «αμάρτημα» αυτό τη βασανίζει για όλη της τη ζωή, είναι δοσμένη σε όλη της την τραγικότητα και την ανθρώπινη τρυφερότητα. Και τα άλλα διηγήματα αναφέρονται στις αναμνήσεις του συγγραφέα και αποδίδουν το περιβάλλον του θρακιώτικου χωριού, όπου έναν ιδιαίτερο χρωματισμό δίνει η συνύπαρξη του ελληνικού με το τουρκικό στοιχείο, ακόμα και η θερμή ανθρώπινη σχέση που συνδέει πολλές φορές πρόσωπα από τις δύο φυλές. Λιγοστά σε αριθμό, είναι αρκετά εκτεταμένα και ξεπερνούν πολλές φορές τα όρια του απλού διηγήματος. Έξοχη είναι στα περισσότερα η ψυχολογική διαγραφή των προσώπων, ισχυρότατη η συνθετική ικανότητα και η αφηγηματική χάρη. Η γλώσσα μένει πάντα η καθιερωμένη ακόμη για την πεζογραφία καθαρεύουσα, αλλά ο δημοτικός διάλογος, διανθισμένος μάλιστα με πολλά στοιχεία του βορειοελλαδίτικου ιδιώματος, δίνει μια ιδιαίτερη ζωντάνια.
 Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 202.


~~~~~~~~~
[…] ό,τι σημαδεύει ανεξίτηλα τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι μια μνήμη ώριμη να συνθέσει τη «Νέκυιά της», επιστρέφοντας διαρκώς σ’ ένα παρελθόν σφραγισμένο με την παρουσία του θανάτου. Έργο-προσκλητήριο νεκρών: το οικογενειακό κοιμητήρι προσφέρεται πλουσιοπάροχα σε τέτοιες αναδρομές. Όταν εξαντληθούν οι πεθαμένοι συγγενείς (οι δυο μικρούλες αδελφές, ο πατέρας, ο αδικοσκοτωμένος αδελφός Χρηστάκης, ο παππούς), θα έρθει η σειρά των φίλων και γνωστών: του Πασχάλη ή του Μοσκώβ-Σελήμ. […]
Αυτή την παρουσία του θανάτου θα τη βρούμε ακόμη και στους τίτλους των τριών από τα έξι διηγήματα του Βιζυηνού: εδώ αποτελεί αθέλητο παράπτωμα («Το αμάρτημα της μητρός μου»), εκεί υποδηλώνεται με την εικόνα μιας αναχώρησης («Το μόνον της ζωής του ταξείδιον»), αλλού συγκεκριμενοποιείται με την ανατομία ενός εγκλήματος («Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου»). […] Έτσι οι μορφές του Βιζυηνού προχωρούν ανάμεσα στο φως και το σκότος (τις περισσότερες φορές από το φως προς το σκότος). Όταν ο θάνατος δεν προσμένει στο τέλος του ταξιδιού, δηλαδή στο τέλος της αφηγηματικής πράξης, προσμένουν άλλες «λύσεις» ισορροπίας, παραλλαγές του ίδιου αδιεξόδου: το μαρτύριο, η άγνοια, η απουσία, η σκότιση του νου. Όχι, δεν υπάρχει λύτρωση στον κόσμο του δημιουργού μας.
 Παν. Μουλλάς, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός». Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1996 (5η έκδ.), πε΄-πστ΄.
 ~~~~~~~~~

Οι πλοκές […] του Βιζυηνού αναπτύσσονται πάνω σ’ ένα σχέδιο που θα άρμοζε σε αστυνομικές ιστορίες: στηρίζουν την ανάπτυξή τους πάνω στους νόμους της έκπληξης και της αγωνίας, χωρίς όμως να περιστέλουν καθόλου την αξίωσή τους για πλήρη αληθοφάνεια. Το μυστήριο που εξυφαίνεται ή, ευρύτερα, οι πηγές της αβεβαιότητας που προκαλούνται μες στις ιστορίες του, εξυφαίνονται πάνω στο φόντο ή προκαλούνται μέσα στα πλαίσια μιας εξωτερικής πραγματικότητας που συχνά στοιχειοθετείται με αυστηρό —δηλαδή αληθοφανή— τρόπο.
Καρπός αυτής της αξίωσης ή προϋπόθεσης της διήγησης του Βιζυηνού είναι ένας ιδιότυπος ρεαλισμός· έναςρεαλισμός που ενώ από το ένα μέρος σέβεται πλήρως τα αφηγηματικά μέσα και τηρεί τους νόμους του ρεαλισμού —σε βαθμό τέτοιο ώστε να θεωρείται ο Βιζυηνός και ως ένας από τους εκπροσώπους της ελληνικής ηθογραφίας του 19ου αιώνα—, δίνει την εντύπωση από το άλλο μέρος πως προβληματίζεται με τους γενικά αποδεκτούς σκοπούς του ρεαλισμού, ή και πως αμφισβητεί τα νόμιμα όριά του.
 Βαγγέλης Αθανασόπουλος, «Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ.Μ. Βιζυηνού». Γ.Μ. Βιζυηνός, Τα διηγήματα, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991 (β΄ ανατ.), 59 [σειρά: Νεοελληνική Βιβλιοθήκη].
~~~~~~~~~ 
Πρώτος ο Παλαμάς, όσο ξέρω, υπογράμμισε επίμονα το δραματικό στοιχείο του συγγραφέα μας. Κάτι περισσότερο μάλιστα: προσπάθησε να βρει συγκεκριμένες αντιστοιχίες με θεατρικά είδη. Έτσι «Το αμάρτημα της μητρός μου», «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» και «Ο Μοσκώβ-Σελήμ» χαρακτηρίζονται ως δράματα, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» ονομάζεται «σαν ονειρόδραμα» και το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» οικογενειακή τραγωδία. […]
 Παν. Μουλλάς, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός». Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1996 (5η έκδ.), ϟα΄.
 ~~~~~~~~~
Όπως και να ’ναι, το κυριότερο επαναληπτικό στοιχείο […] είναι η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Ουσιαστικά, βρισκόμαστε πάντοτε μπροστά σε καθορισμένες ιστορικές επιλογές. Ας λογαριάσουμε ξανά (ποτέ δε θα τα λογαριάσουμε αρκετά) κάποια φαινόμενα που συγκεκριμενοποιούν μερικές αλλαγές γύρω στα 1880: τη σημασιοδότηση της προσωπικής μαρτυρίας (συνδεδεμένη ταυτόχρονα με την απομνημονευματογραφία, τη λαογραφία, το θετικισμό ή τον επιστημονισμό), τη δυναμική του ρεαλισμού και του νατουραλισμού, την πριμοδότηση του «παρόντος» και του «πραγματικού», το σημαντικό ρόλο προτύπων καθώς ο Λουκής Λάρας κλπ. Με τέτοια δεδομένα, μια ορισμένη εκφορά του λόγου δεν είναι άσχετη από τα ιστορικά της συμφραζόμενα. Αφηγούμαι σε πρώτο πρόσωπο, γύρω στα 1880, σημαίνει: μιλώ για πραγματικά γεγονότα που τα είδα με τα μάτια μου ή που τα άκουσα με τα αφτιά μου, αρνούμαι την παντογνωσία του ιστορικού μυθιστοριογράφου, τα πρωτεία των γραφτών πηγών, την επινόηση και τη φαντασία, αντικαθιστώ την ολότητα με τη μερικότητα που μόνη αυτή συνδέεται με την προσωπική εμπειρία μου, εμπιστεύομαι μόνο στα βιώματά μου και στα βιώματα των συγχρόνων μου κλπ. Έτσι εκφράζεται ο κυρίαρχος λόγος γύρω στα 1880· έτσι εκφράζεται, φυσικά, και ο αφηγηματικός λόγος του Βιζυηνού.
 Παν. Μουλλάς, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός». Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1996 (5η έκδ.), ϟγ΄.
 ~~~~~~~~~

[…] Σύζευξη, επομένως, λόγιων και λαϊκών στοιχείων στη γλώσσα των διηγημάτων του, που κινείται παράλληλα με το χαρακτηρισμό και τη θεματολογία του: χαρακτήρες εγγράμματοι και εξευρωπαϊσμένοι συναναστρέφονται χαρακτήρες λαϊκούς και αγραμμάτους· λαϊκοί μύθοι, δεισιδαιμονίες, προφητείες συμφωνούν με τα αποτελέσματα ψυχολογικών αναλύσεων. Η σύζευξη αυτή υπάρχει και στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπου ο αφηγητής υιοθετεί λόγο λόγιο, όταν απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη (περιγραφές τοπίων), και λόγο λαϊκό, όταν απευθύνεται έμμεσα σ’ αυτόν (διάλογος χαρακτήρων). Στο επίπεδο της μορφής και της δομής των διηγημάτων, ο δυϊσμός εκφράζεται με την αντιπαράθεση […] διηγημάτων με μορφή αυτοβιογραφική ή ρεαλιστική / νατουραλιστική.
 Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1994, 29-30.


~~~~~~~~~
Στο «Μόνον της ζωής του ταξίδιον» μας παρουσιάζεται η συμπαθέστατη μορφή του παππού, δοσμένη μέσα από τα γεμάτα θαυμασμό μάτια του εγγονού-αφηγητή —του πάππου που ήξερε να λέει τόσες ιστορίες για τόπους απόμακρους και παράξενους, και που ωστόσο, όπως αποκαλύπτεται, δεν είχε ταξιδέψει πέρα από την κοντινή «τούμπα» του χωριού. Αλλά το αριστούργημα του Βιζυηνού είναι δίχως αμφιβολία η εκτενής ιστορία του «Μοσκώβ Σελήμ», ενός γενναίου Τούρκου, που οι δικοί του (η οικογένεια και οι συμπατριώτες του) τον έχουν ποτίσει μόνο με πικρίες και απογοητεύσεις, και που ανακαλύπτει την ανθρωπιά και την καλοσύνη στους εχθρούς του ίσια ίσια, τους Ρώσους, όταν τον έπιασαν αιχμάλωτο. Ο συγγραφέας μάς τον παρουσιάζει να ζει στο περιθώριο της κοινωνίας, που τον θεωρεί μισότρελο και του έχει δώσει, για τη ρωσοφιλία του, το κοροϊδευτικό παρατσούκλι Μοσκώβ Σελήμ.  […]
 Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 202-203.

 ~~~~~~~~~
«Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» είναι το τελευταίο από τα πέντε διηγήματα που δημοσίευσε η Εστία (17 Ιουνίου και 1η Ιουλίου 1884), ενώ ο Βιζυηνός εθεωρείτο ακόμα από την κοινωνία ως ενεργό της μέλος. Είναι επίσης το μόνο από τα διηγήματά του που δημοσιεύθηκε ενώ ζούσε κι εργαζόταν στην Αθήνα· τα προηγούμενα τέσσερα είχαν δημοσιευθεί όταν ο Βιζυηνός βρισκόταν στο Λονδίνο, το δε τελευταίο όταν ήταν έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο. Το θέμα της αφήγησης είναι η εσπευσμένη επιστροφή του εγγονού για να προλάβει τον παππού του πριν πεθάνει. […]
Το διήγημα είναι χωρίς άλλο αυτοβιογραφικό και αυτοαναφορικό, διότι το θέμα του είναι η συγκεκριμένη εμπειρία του θανάτου και το πώς αυτή μετασχηματίζεται σε γραπτό κείμενο, όπως επίσης και η μετατροπή μιας προφορικής παράδοσης (της αφήγησης του παππού), βασισμένης σε ένα γραπτό κείμενο (Ηροδότου Ιστορίαι), σε ένα άλλο γραπτό κείμενο. Αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία υπάρχουν σε όλα τα διηγήματα του Βιζυηνού, το συγκεκριμένο όμως είναι καθ’ ολοκληρίαν αφιερωμένο στον προσδιορισμό του λογοτεχνικού χώρου και στην προβληματική της διάρθρωσής του, προσπαθώντας εναγωνίως να κρύψει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και «να ράψη τα νυφιάτικα χωρίς ραφή και ράμμα» […]. «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» αναφέρεται και στον έξω κόσμο και στην οικογένεια, χάρη στο τέχνασμα του χρονικού διαχωρισμού του χαρακτήρα «Γεωργάκη», που είναι και το πρώτο ενικό πρόσωπο που αφηγείται την ιστορία: ο Γεωργάκης είναι το δεκάχρονο παιδί του παρελθόντος —του «ότε» […] και του «τότε» […]—, που απέχει μεν χρονικά, αλλά ταυτόχρονα είναι και ο ενήλικος αφηγητής της σήμερον […]. Με το τέχνασμα αυτό η διήγηση του ενηλίκου αποκτά διαφορετικό ειδικό βάρος από τη διήγηση του ενηλίκου κι ας πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.
 Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1994, 111-112.

 ~~~~~~~~~
Μελέτη θανάτου λοιπόν «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον»; Κάτι περισσότερο ίσως: μελέτη της ανθρώπινης αλλοτρίωσης και της ακρωτηριασμένης ζωής. Όσοι θέλουν μπορούν να βλέπουν φολκλορικές γραφικότητες με καλοκάγαθους γέροντες και ονειροπαρμένα ραφτόπουλα. Το δράμα εδώ παραμονεύει πίσω από το όνειρο, μέσα στο παραμύθι, ανάμεσα στην κυριολεξία και τη μεταφορά. Χωρίς κραυγές, δείχνει την απύθμενη άβυσσο. Γιατί το επίτευγμα του Βιζυηνού, ένα από τα σημαντικότερα της διηγηματογραφικής του προσπάθειας, βρίσκεται σ’ αυτό το τραγικό «ονειρόδραμα» όπου, μέσα σε μια ειρηνική ατμόσφαιρα ποιητικής νοσταλγίας, γέροντες και παιδιά μοιάζουν να ονειροπολούν μπροστά στο ηλιοβασίλεμα, ενώ καταβάθος έχουν εμπλακεί, χωρίς να ξέρουν τις αιτίες ή τις δυνατότητες διαφυγής, σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα ζωής και θανάτου.
 Παν. Μουλλάς, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός». Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1996 (5η έκδ.), ρκα΄.
 _________

Δείτε επίσης και:

Γενιά του 1880 (Νέα Αθηναϊκή Σχολή)ΗθογραφίαΡεαλισμός

Ο στοχαστής Βιζυηνός - Στους δρόμους της λογιοσύνης


Το κύκνειο έργο του νεοελληνιστή Παναγιώτη Μουλλά συστήνει στο ευρύ κοινό τον θρακιώτη επιστήμονα και κριτικό και το περιβάλλον της δραστήριας και φιλέριδος φιλολογικής Αθήνας του 19ου αιώνα
Ο στοχαστής Βιζυηνός
Τη σχέση του Βιζυηνού με το πανεπιστήμιο Αθηνών αποκαλύπτουν τα κριτικά του κείμενα




Γ. Μ. Βιζυηνός
Στους δρόμους της λογιοσύνης. 
Κείμενα γνώσης, θεωρίας και κριτικής
Φιλολογική επιμέλεια Παν. Μουλλάς. 
Επιλεγόμενα - υπόμνημα: Βενετία Αποστολίδου, Μαίρη Μικέ. 
Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2013,
σελ. 798, τιμή 25,20 ευρώ

Ο νεοελληνιστής Παναγιώτης Μουλλάς (1935-2010) αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό κεφάλαιο της νεοελληνικής φιλολογίας. Μαθητής του Λίνου Πολίτη και του Κ. Θ. Δημαρά, συνταίριαξε το ενδιαφέρον για το ιστορικό πλαίσιο του λογοτεχνικού κειμένου με τις σύγχρονες κειμενοκεντρικές θεωρίες στον κριτικό του λόγο, στις φιλολογικές του μελέτες και στην πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Ο 19ος αιώνας, οι λογοτεχνικοί θεσμοί, τα είδη και οι συγγραφείς του αποτέλεσαν εξέχον πεδίο των ερευνών του. Συστηματικά τον απασχόλησε το διήγημα και οι σημαίνοντες διηγηματογράφοι Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης και Ροΐδης. Η εκτεταμένη εισαγωγή του στην έκδοση Νεοελληνικά διηγήματα (Ερμής, 1980) του Βιζυηνού αποτελεί θεμελιώδες κείμενο στη μελέτη του νεοελληνικού διηγήματος και κομβικό σημείο στην πρόσληψη του Βιζυηνού, η οποία έκτοτε επεκτάθηκε σε πολλές κατευθύνσεις. Συνάμα, ήταν το κείμενο το οποίο καθιέρωσε τον Μουλλά στη συνείδηση των συναδέλφων του ως δυναμικό φιλόλογο που έκοβε τον ομφάλιο λώρο από τον δάσκαλο Δημαρά. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Βιζυηνός δεν έπαψε να τον απασχολεί σε πολλά μελετήματα. Το επόμενο βιβλίο του για τον Βιζυηνό ήταν εκείνο με το οποίο καταπιανόταν στα τέλη της ζωής του: η έκδοση επιστημονικών και κριτικών κειμένων του Βιζυηνού άγνωστων στο ευρύ κοινό.

Εννέα κείμενα είχε επιλέξει και ετοιμάσει προς έκδοση ο Μουλλάς, αφήνοντας στην άκρη τις δύο διατριβές του Βιζυηνού που κυκλοφορούν σε αυτοτελείς εκδόσεις. Προτού πεθάνει συνέτασσε την εισαγωγή του βιβλίου, η οποία έμεινε ημιτελής. Από τα κατάλοιπά του, οι νεοελληνίστριες Βενετία Αποστολίδου και Μαίρη Μικέ, παλαιές του μαθήτριες και νυν καθηγήτριες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, επιχείρησαν την ανασύσταση της έκδοσης συμπληρωμένης με επιλεγόμενα για τη διά βίου σχέση του Μουλλά με τον Βιζυηνό, επεξηγηματικές σημειώσεις και ευρετήρια. Ο τόμος κυκλοφορεί με τον τίτλο που ο ίδιος ο επιμελητής είχε επιλέξει: Στους δρόμους της λογιοσύνης. Κείμενα γνώσης, θεωρίας και κριτικής (ΜΙΕΤ, 2013).

Αν τα διηγήματα του Βιζυηνού προκαλούν τον θαυμασμό με το πολυεπίπεδο βάθος τους που μένει ανοιχτό σε ποικίλες προσεγγίσεις, τα κριτικά του κείμενα - και ομολογούμε προκαταβολικά τον θαυμασμό μας - εντυπωσιάζουν με το εύρος των πνευματικών ενδιαφερόντων του, με τους εύστοχους μεθοδικούς συλλογισμούς του, με τη σαφήνεια της γλώσσας του και με ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποτελεί εξαιρετικό προσόν για όποιον γράφει: έναν βαθμό κοινωνικής νοημοσύνης που του επιτρέπει να προσαρμόζει δομικά, γλωσσικά και υφολογικά τα κείμενά του στο αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Οι Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού (1885), τα Στοιχεία λογικής (1885) και τα Στοιχεία ψυχολογίας (1888) γράφονται όταν ο Βιζυηνός, εκλεγμένος υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά όχι διορισμένος - και δεν θα διοριστεί ποτέ -, βιοπορίζεται ως καθηγητής γυμνασίου. Τα κείμενα αυτά προκύπτουν από την πρακτική εμπειρία του και συντάσσονται για να λειτουργήσουν ως διδακτικά βοηθήματα: διδάσκουν την ορολογία και τις κύριες θεωρητικές έννοιες της σχετικής βιβλιογραφίας και επεξηγούν με αναλυτικά παραδείγματα.

Στη βιβλιοκρισία του για την Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως (1885) του Μαργαρίτη Ευαγγελίδη - ο οποίος σημειωτέον διεκδικούσε την ίδια θέση με τον Βιζυηνό στο Πανεπιστήμιο - ο κριτικός είναι καταπέλτης. Αρχίζει από τον τίτλο και καταλήγει ελέγχοντας μία-μία τις υποσημειώσεις του συγγραφέα, τον οποίο βρίσκει υπόλογο για ανεπιστημοσύνη, αντιφάσεις, παραλείψεις, προχειρότητα και λογοκλοπή. Κλείνοντας τον προτρέπει «να εργασθή, ως επιστήμων άνθρωπος, ειλικρινώς και τιμίως». Η σχολαστικότητα του κριτικού εντυπωσιάζει τον αναγνώστη για την επιστημοσύνη του αλλά η ειρωνεία του λόγου του προδίδει κάποια προσωπική εμπλοκή. Ακριβώς χάρις σε αυτήν, το αυστηρά επιστημονικό κείμενο διαβάζεται με ευχάριστη περιέργεια και ένα αίσθημα αιδήμονος συνενοχής, στο οποίο πιθανόν ο Βιζυηνός αποσκοπούσε ενώ ο Μουλλάς ενδιαφέρεται πολύ για τη σχέση του Βιζυηνού με το πανεπιστήμιο, την οποία παρακολουθεί ήδη από τη διδακτορική του διατριβή (1976) για τους ποιητικούς διαγωνισμούς του Πανεπιστημίου Αθηνών στους οποίους ο Βιζυηνός επανειλημμένα βραβεύθηκε.


Ο ανατολίτης που έγινε δυτικός
Εκκεντρικός και αλαζόνας, δηλητηριώδης και εντυπωσιοθήρας, ο Βιζυηνός ήταν αντιπαθής στους φιλολογικούς κύκλους της Αθήνας, γι' αυτό και η πορεία του στο άστυ ήταν μοναχική. Την ίδια στιγμή όμως, ως γερμανοτραφής στοχαστής, λογοτέχνης που γνώριζε κάποια επιτυχία και προστατευόμενος του φαναριώτη μαικήνα Ζαρίφη, δεν είχε δυσκολία να δημοσιεύει κείμενά του στις εφημερίδες και στα περιοδικά της εποχής. Η λαογραφική πραγματεία «Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη» (1888) δημοσιεύτηκε σε τέσσερις συνέχειες στο περιοδικό Εβδομάς

Η λαμπρή εικαστική επισκόπηση της εν Ελλάδι τέχνης «Αι εικαστικαί τέχναι κατά την Α' εικοσιπενταετηρίδα της βασιλείας Γεωργίου Α'» (1888) σε πανηγυρικό φύλλο τηςΕφημερίδος του Κορομηλά, το δοκίμιό του «Ερρίκος Ιβσεν» (1892) σε δύο συνέχειες στηνΕικονογραφημένη Εστία, όπου δημοσιεύθηκε σε έντεκα συνέχειες και το μελέτημα «Ανά τον Ελικώνα» (1894), μια ιστορία και τυπολογία της ευρωπαϊκής μπαλάντας με πολλές δικές του μεταφράσεις. Τα ποικίλα καλλιτεχνικά του ενδιαφέροντα μαρτυρούν και τα 28 λήμματα που επιλέγει ο Μουλλάς από ένα σύνολο 120 λημμάτων που συνέταξε ο Βιζυηνός για το περίφημο Λεξικό Μπαρτ και Χιρστ (1889-1892): Χάινε, Αναγέννηση, Αουερμπαχ, Βάγκνερ, Βίκο, Βολταίρος, Μπαλζάκ, Μπετόβεν κ.ά.

Γνωστά στους ερευνητές, τα κείμενα αυτά ήταν δυσπρόσιτα στο ευρύ κοινό, το οποίο είναι εξοικειωμένο με τις λογοτεχνικές όψεις του Βιζυηνού αλλά όχι με την όψη του διανοούμενου Βιζυηνού όπου η Δύση συναντά την Ανατολή. Το επιστημονικό έργο του Βιζυηνού αποτελεί αδιαχώριστο τρίπτυχο με το ποιητικό και πεζογραφικό έργο του και προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες, υποστηρίζει στα προλεγόμενα του βιβλίου ο εκλιπών φιλόλογος, «ως αυτόνομο επίτευγμα που φωτίζει ωστόσο και το λογοτεχνικό έργο του συγγραφέα μας και ως γενικότερη συμβολή στη μελέτη του 19ου αιώνα, ιδίως μάλιστα προκειμένου για την Ελλάδα μιας εποχής όπου η επιστημονική βιβλιογραφία παρουσιάζεται ακόμη σχετικά πενιχρή».  

_______________

Γεώργιος Βιζυηνός - Αποχαιρετισμός

ΠΟΙΗΣΗ





Η Μάνα

Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά!
Είναι βουβά τ' αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά.
Κι η δόλια μου ματιά θολή.
Παιδί μου ώρα σου καλή!

Είν' η καρδιά μου κρύσταλλο και το κορμί μου παγωνιά!
Σαλεύ' ο νους μου, σα δενδρί, που στέκ' αντίκρυ στο χιονιά!
Και είναι ξέβαθο πολύ.
Παιδί μου ώρα σου καλή!

Βουίζει το κεφάλι μου σαν του χειμάρρου τη βοή!
Ξεράθηκαν τα χείλη μου, και μου εκόπη κι η πνοή,
σ' αυτό το ύστερο φιλί.
Παιδί μου ώρα σου καλή!

Να σε παιδέψ' ο Πλάστης μου, καταραμένη ξενητειά!
Μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφήνεις στη φωτιά.
Και πίνουμε τόση χολή!
Παιδί μου ώρα σου καλή!


Το έξοχο ποίημα του Γιώργου Βιζυηνού μελοποιήθηκε εκπληκτικά απ' το Γιάννη Σπανό ο οποίος του έδωσε τον τίτλο "Παιδί Μου Ώρα Σου Καλή" και το συμπεριέλαβε στο άλμπουμ του "Πρώτη Ανθολογία" το 1967. Ερμηνευτής του τραγουδιού ήταν ο Γιάννης Πουλόπουλος (αργότερα, το είπε κι ο Μιχάλης Βιολάρης). Στο παρακάτω audio ακούμε την πρώτη εκτέλεση...

__________________
*  από Διάττων